Ένα παραμύθι

Η Μιαφορά και ο Ενασκαιρός

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δυο φίλοι, η Μιαφορά και ο Ενασκαιρός. Ήταν δε πολύ αγαπημένοι, τόσο που όπου πήγαινε ο ένας, κάπου εκεί θα έβρισκες και τον άλλον. Ήταν επίσης και πολύ διάσημο ζευγάρι. Πάντα περιτριγυρίζονταν από φίλους και γνωστούς και όλοι μα όλοι, όποιον και να ρώταγες, είχαν να σου πουν μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία για την Μιαφορά και τον Ενανκαιρό. Ισχυρίζονταν δε ο καθένας ξεχωριστά ότι, η δική του ιστορία ήταν ζουμερή και για κάθε λόγο άξιζε να την ακούσεις. Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, όλες οι ιστορίες αυτές ήταν τόσο πολύπλοκες και τόσο μοναδικές, που θα έκαναν τον καλύτερο παραμυθά να σαστίσει.

Έτσι περνούσε ο καιρός και οι φίλοι μας απολάμβαναν να αφηγούνται ιστορίες για κυρίες, παραμυθάκια για τα παιδάκια, ιστορίες τρόμου στο διάλειμμα του τροχονόμου, περιπέτειες μεσ’ τους υπόνομους για τους ανυπόμουνους, ιστορίες μ’ ολόγιομα φεγγάρια για τα ερωτευμένα τα ζευγάρια, ιστορίες με κόσμους μαγικούς για τους σκυθρωπούς περαστικούς και με περιπέτειες στ’ άγρια δάση για τον βοσκό τον κυρ -Θανάση.

Για τον καθένα είχαν αυτό που του ταίριαζε και όπου πατούσαν τις ιστορίες τους σκορπούσαν και ο κόσμος τους ακολουθούσε και ξεχνούσε. Και οι ιστορίες πλήθαιναν και τελειωμό δεν είχαν και ξεχύνονταν όχι μόνο στους δρόμους και στις πλατείες, άλλα και μέσα στα σπίτια των ανθρώπων. Τόσο τους εμπιστεύονταν, που ακόμα και τα πιο ιδιαίτερα δωμάτια των πιο ιδιότροπων ανθρώπων ήταν για αυτούς ανοιχτά. Και στον ύπνο ναι, ακόμα και στον ύπνο των ανθρώπων, ψιθύριζαν στα αφτιά τους ιστορίες για να ξυπνάν μετά και να τις σκέφτονται στα κρυφά, στα φανερά, μιας και οι νυχτερινές ιστορίες είναι πιο επιεικείς στις αταξίες.

Ένα βράδυ, εκεί που ψιθύριζαν στο αφτί ενός εισαγγελέα που ροχάλιζε ιστορίες για κρυστάλλινα νερά και λιβελούλες, μπαλόνια χρωματιστά και μπαλαρινούλες, η Μιαφορά αναστέναξε με παράπονο:

«Ουφ! Δεν μπορώ άλλο! Κουράστηκα μια ζωή να αφηγούμαι ιστορίες. Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια.»

«Μα αγάπη μου» απόρησε ο Ενασκαιρός, «κάθε φορά λέμε και κάτι διαφορετικό. Έτσι οι άνθρωποι δεν πλήττουν ποτέ και εμείς έχουμε πάντα την προσοχή τους.»

«Δεν είναι έτσι και το ξέρεις», είπε με πείσμα και ανέβασε την φωνή της. Ο φίλος της τώρα την κοίταξε με βλέμμα αυστηρό για να την συμμορφώσει.

«Σσσς! Θα ξυπνήσουμε τον άνθρωπο.»

«Όλες οι ιστορίες είναι ίδιες», συνέχισε η Μιαφορά σαν να μην είχε μιλήσει ο Ενασκαιρός. «Όλες οι ιστορίες πατάνε πάνω στα ίδια και στα ίδια χνάρια. Διανύουν τα ίδια και τα ίδια χίλιες φορές περπατημένα μονοπάτια. Μόνο το παπούτσι αλλάζει, το παπούτσι που τα περπατά. Αλλά οι άνθρωποι δεν κοιτάν το μονοπάτι, αλλά τα παπούτσια που φοράν. Μα πώς μπορούν να περπατούν κοιτώντας τα παπούτσια τους;»

Ο Ενασκαιρός έμεινε να την κοιτά αποσβολωμένος.

Εκείνο το βράδυ ο καλός μας εισαγγελέας είχε έναν βαθύ ύπνο, δίχως όνειρα.

Όμως, η Μιαφορά είχε πεισματώσει και ό,τι ιστορία σκαρφιζόταν για να την κάνει να χαρεί ο Ενασκαιρός , αποτύγχανε παταγωδώς. Οι μέρες περνούσαν και η Μιαφορά είχε κλειστεί πεισματικά στο δωμάτιό της και δεν μίλαγε σε κανέναν. Απλά και μόνο αρνούνταν. Έλεγε ‘όχι’ στις αφηγήσεις, ‘όχι’ στις κοινωνικές συναναστροφές, ‘όχι’ ακόμα και στις κουβεντούλες που αντάλλαζε με τον φίλο της. Ε, όχι στο όχι, άρνηση στην άρνηση, η Μιαφορά δεν άργησε να αρρωστήσει. Και να ο πυρετός, και να οι λιποθυμίες και να οι ανορεξίες και η καλή μας Μιαφορά όσο πήγαινε και χλόμιαζε και αδυνάτιζε και ξεθώριαζε. Και μαζί της ξεθώριαζαν όλες οι ιστορίες που φύλαγε μέσα της σαν πολύτιμο θησαυρό.

Ο Ενασκαιρός αναγκάστηκε να σταματήσει το σεργιάνι στις πλατείες και τα σπίτια, στις πολιτείες και στα χωριά. Άλλωστε, οι άνθρωποι δεν ήθελαν να ακούν ιστορίες που αρχίζουν με την φράση «…και έναν καιρό». Καταλάβαιναν ότι κάτι έλειπε, κάτι αδιόρατο που έκανε την ιστορία άνοστη. Πήρε ρεπό, λοιπόν ο φίλος μας , ένα μεγάααλο ρεπό για να φροντίσει την Μιαφορά, που αρρώστησε βαριά. Δεν μπορούσε όμως να κάνει και πολλά για να την βοηθήσει. Το μόνο που ήξερε να κάνει καλά είναι να λέει ιστορίες και σε αυτό η Μιαφορά δεν σήκωνε κουβέντα.

Ένα δειλινό, πέρασε έξω από το σπίτι μια γιαγιά και ζήτησε από τον Ένανκαιρό λίγο νερό.

“Μα τι περίεργη είναι τούτη ‘δω η γριά;”, μονολόγησε ο Ενασκαιρός, “Έχει έρθει από μιαν άλλη πολιτεία μακρινή –μα, πώς μου διαφεύγει εμένα;- έχει κάνει τόσο δρόμο, όμως δεν δείχνει ούτε κατάκοπη από την κούραση, ούτε μεσόκοπη από τα χρόνια. Θα της πιάσω την κουβέντα.”

«Λοιπόν γιαγιά, ποιος καλός άνεμος σε φέρνει από τα μέρη μας;»

«Ο άνεμος της αλλαγής γιε μου, αυτός που κυλά, κυλά και δεν αφήνει τίποτα στην θέση του, κι όλα κυλάν και πάνε και έρχονται και βράζει και χύνεται και τίποτα δεν γίνεται. Χιχιχιχι!» έσκασε στα γέλια η γιαγιά.

«Αχμ!» έξυσε το κεφάλι του ο Ενασκαιρός. Έδειχνε σκεπτικός και μπερδεμένος, αλλά δεν το έβαλε κάτω.

«Δηλαδή για να’ χουμε καλό ‘ρώτημα τι σε φέρνει στη γειτονιά μας;»

«Ο άνεμος γιε μου, ο άνεμος, όπως το’ πες. Πάει και έρχεται και αυτός, ποιος να τον πάρει στα σοβαρά τον αλήτη!; Χιχιχιχ χαχαχαχ χοχοχοχο!!!!»

«Άντε καλά, ας πούμε πως σε φέρνει ο άνεμος αλλά δεν είσαι και τόσο ελαφριά ε; Θέλω να πω, τόσο δρόμο έκανες τόσες μέρες που ταξίδευες, μα δεν μου φαίνεσαι για κουρασμένη. Αλλά εσύ γελάς σαν παιδούλα.»

«Ε, πέτρα που κυλά δεν χορταριάζει. Έτσι λένε. Έτσι, έτσι…»

«Περίεργα μας τα λες γιαγιά. Δηλαδή είναι και άλλοι σαν και εσένα στους τόπους σου έτσι φρέσκοι, αλαφροί και γαργαλιστοί;»

«Μια έτσι μια αλλιώς, μια είναι, μια δεν είναι, δεν έχει τόση σημασία δα!»

«Και τι έχει σημασία; Ο Ενασκαιρός έξυσε τα γένια του και έσκυψε ν’ αφουγκραστεί προσεκτικά, σα να περίμενε να’ ακούσει το μεγάλο μυστικό.»

«Α! Δεν ξέρω! Χαχαχαχα χιχιχιχ χοχοχοχο χεχεχεχε! Δεν έχει πλάκα;»

Ο φίλος μας, μετά από αυτό πείστηκε ότι η γιαγιά είναι θεότρελη και είπε να την αφήσει στην ησυχία της , να συνεχίσει τον δρόμο της καβάλα στον αέρα που την έφερε.

Κι έτσι έγινε. Μα, μια στιγμή, που γύρισε την πλάτη της να φύγει, σφίχτηκε η καρδιά της σαν άκουσε κάπου στον χώρο περίεργους, αδύναμους λυγμούς. Γύρισε και αφουγκράστηκε, έτσι αδιόρατα πλανήθηκε στο κενό. Άνοιξε την πόρτα, όχι την εξώπορτα αλλά την άλλη, εκείνη που οδηγεί στο από καιρό σκοτεινό δωματιάκι. Πήρε μια βαθιά ανάσα, μπήκε μέσα και κάθισε δίπλα στην Μιαφορά, που είχε γίνει σαν σκιά. Κάθισε κι αφουγκράστηκε κι άλλο. Λίγο ακόμα. Έπειτα, έπιασε στις φούχτες της το πρόσωπό της κοπέλας και την κοίταξε στα μάτια.

Μια αστραπή μες το σκοτάδι σήκωσε ένα αεράκι που έκανε την κοπελιά να σκιρτήσει, να ανοίξει τα μάτια διάπλατα και να ανασάνει. Αέρας φύσηξε και πήρε μακριά όλες τις αναμνήσεις, τις ιστορίες, και φύσηξε πιο δυνατά και σβήστηκαν τα χνάρια. Και θέριεψε ο αέρα, έγινε θύελλα και ξερίζωσε τα μονοπάτια, τις διαδρομές, πήρε τις λέξεις μακριά σαν κιτρινισμένα φύλλα φθινοπωρινά, ξεγύμνωσε την γη με των ματιών της την στοργή. Και έμεινε η Μιαφορά σαν μικρό παιδί. Ανάλαφρη και δυνατή χαρούμενα εκστατική να βλέπει μέσα από μάτια της γιαγιάς τον κόσμο για πρώτη της φορά.

Όταν πια είχαν όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους και η γιαγιά κίνησε να πάρει τον δικό της , ο Ενασκαιρός, που του άρεσε πολύ αυτή η ιστορία με την μυστήρια κυρία, την ρώτησε να μάθει τ’ όνομα της.

-Είμαι η Στιγμή! Χαχαχαχα χεχεχεχε χοχοχοχο!!!!

και το γέλιο της κύλισε, γαργαλώντας τα μουστάκια απ’ τα στάχυα, κάτω, στην χρυσή κοιλάδα.

Advertisements