alter ego

Αμέσως άρχισαν τα ποδοβολητά. Ένας πλατυπόδαρος, και ακολουθούν σχεδόν κουτρουβαλώντας, ελέφαντες, ιπποπόταμοι, μαϊμούδες που τσιρίζουν σαν τρελές και τρέχουν χτυπώντας τα χέρια τους στα έπιπλα.

Αναστατωμένα τα σεμεδάκια της μαμάς εξεγείρονται, βουτάν στον αέρα απελευθερωτικά αδιάφορα για τις πορσελάνες που χάνουν την ισορροπία τους. Με έναν αναστεναγμό ανακούφισης- που αν έστηνες αφτί ίσως άκουγες να ψιθυρίζουν το “άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα”-χαιρετάν την οργιώδη παρέλαση και με ένα διπλό τόλουπ προσγειώνονται στην ασφαλή αγκαλιά του παρκέ.

Αγριεμένοι γύπες και ροζ φλαμίνγκο πετούν σε κύκλο πάνω από την στέγη, ενώ δυο βασιλαετοί ζυγιάζουν στην κεραία. Οσμίζονται την ζωή που καίγεται και κάνει σινιάλο στον έξω κόσμο από την καμινάδα του σπιτιού, και βουτάν.

Εκατομμύρια μικρά έντομα, στρατιές πηγαινοέρχονται με ιερή αφοσίωση που αφήνει την υποψία μιας ανώτερης σκοπιμότητας κατακλύζουν ασφυκτικά τοίχους και κολώνες.

Μια λευκή βασιλική κόμπρα τυλίγεται και ξετυλίγεται λάγνα στο πόδι μιας λέαινας που δείχνει να απολαμβάνει με μισόκλειστα μάτια και βαριά αναπνοή την άνεση του κρεβατιού μου.

Ένας δράκος με λέπια φωτιάς να ξεπετάγονται από το σκοτεινό κορμί του, απειλητικά ήρεμος μα με βλέμμα που καθηλώνει, γλείφει τα μικρά του στο υπόγειο του σπιτιού μου…εκεί όπου οι αράχνες υφαίνουν ακούραστα ό,τι γκρεμίζουν τα θηρία στο πέρασμά τους και στην ξεκούρασή τους ξεγεννάν μέσα σε μια συμπαντική μύξα τα αραχνάκια τους.

Παιχνιδιάρικα δελφίνια και φάλαινες δολοφόνοι, καρχαρίες πεινασμένοι και κοπάδια ασημόψαρα ξεπηδούν από το σιφόνι της μπανιέρας, στροβιλίζονται και βουτώντας χάνονται μεσ΄τον καθρέφτη του μπάνιου.

Δυο ρακούν, κάπως ενοχλημένα από την αναστάτωση φωλιάζουν κάτω από το τζάκι που καίει ό,τι απέμεινε από την επέλαση των τερμιτών. Η σταχτί τους γούνα βρίσκει ανάπαυση στην θαλπωρή της εφημερίδας του μπαμπά. Φρέσκα νέα για τροποποίηση της κυβερνητικής τακτικής και ανακατάταξη του πλούτου του πλανήτη. Τα ρακούν απλά κοιτούν.

Σμήνη οι λιβελούλες σε ύφος περιπαιχτικό και τόνο πρασινομπλέ του βυθού, κοκκινορουμπινί, μωβσταχτί και φλογοκίτρινο σηκώνουν τις ουρίτσες τους με νάζι και τουπέ πηδώντας αδιάφορα στην κρυστάλλινη συλλογή της μαμάς. Καθρεφτίζονται στον παραμορφωμένο φακό του κρυστάλλου και τα κρύσταλλα ζωντανεύουν. Σα να ξυπνάν από έναν παλιό ύπνο χασμουριούνται, κυρτώνουν και τεντώνονται, εξερευνούν τον χώρο σε σπείρες και καμπύλες, ένας υγρός κρυστάλλινος καπνός χορεύει με τις λιβελούλες, συστέλλεται, διαστέλλεται, πάλλεται, γλυστρά πάνω στα φτερά τους, γίνεται νέκταρ και τις ξεδιψά.

Με ακαδημαϊκή σοβαρότητα και κάπως άτσαλο βηματισμό ανεβαίνουν την σκάλα της ταράτσας οι πιγκουίνοι, γλιστράν στην τσουλήθρα της υδρορροής και πάλι απ’ την αρχή.

Από το παράθυρο του γραφείου μου, βουτάει το κεφάλι της η καμηλοπάρδαλη, ταξιδεύει στο χολ και στρίβει δεξιά στον διάδρομο, όπου με υπομονή και επιμονή μασάει τα πλαστικά λουλούδια της γιαγιάς.

Μια σκλήθρα ξεγλυστρά από το στόμα μου, σκαρφαλώνει στην βιβλιοθήκη, ξεπετά περικοκλάδες, τυλίγει το κορμί μου στους κισσούς. Κάτι κοιτά μέσα από τους κισσούς με πολλά μάτια, παίζει κρυφτό με τις σκιές και το φως.

Άγριες ορχιδέες διεκδικούν λίγο χώρο ανάμεσα στα κολυμπρί που χτίζουν τις φωλιές τους μέσα στα μαλλιά μου. Οι πόροι του δέρματός μου αναβλύζουν χλωροφύλλη και σιγανά ρυάκια ηδονής ταξιδεύουν μέσα στις φυλλωσιές και στάζουν από τα ακροδάχτυλά μου.

Η στοματική μου κοιλότητα ανοίγει για να ξεπροβάλλουν αργά και βασιλικά τα πετρώματα ενός μυστικού σπηλαίου. Σταλαχτίτες και σταλαγμίτες γυαλίζουν μέσα στο υγρό σκοτάδι. Στο κέντρο της σπηλιάς ένα ασπόνδυλο τέρας αργοσαλεύει στον ύπνο του.

Από το βάθος της σπηλιάς παγώνια κρώζουν πετώντας κυκλικά γύρω από μια μαύρη αόρατη τρύπα που οδηγεί σε άλλους κόσμους. Βουτώ, ζαλισμένος από την καταιγίδα ερεθισμάτων και ποτισμένος στον μεθυστικό χορό εναλλασσόμενων συναισθημάτων, χαμένος στον οργιώδη χορό ενός τσίρκου, στο ρυθμό του τύμπανου που ακούγεται μέσα από τα σωθικά μου.

Δεν ξέρω αν είναι η καρδιά ή το διάφραγμα, το αίμα που με παρασέρνει μέσα στις φλέβες του ή το στομάχι που με ζυμώνει και με φτύνει ζαλισμένο. Κυλώ χαμένος μέσα στην μαύρη τρύπα, κουτρουβαλώ στην υδρορροή με τους πιγκουίνους που παρασέρνω σα μπάλα του μπόουλινγκ.

Καίγομαι στα λέπια του δράκου και ο καπνός μου σκαρφαλώνει την καμινάδα και αγκαλιάζει τους αετούς . Βλέπω μέσα από χίλια μάτια τις φλέβες μου να ξεχειλίζουν από ζωή και το νευρικό μου σύστημα να απλώνει τα κλαδιά του πάνω από το κεφάλι, πέρα μακριά από το σώμα έξω και πιο έξω, μα πάντα μέσα.

Κυλώ χαμένος μέσα στην μαύρη τρύπα. Παγώνια και αλλόκοτα πουλιά πετάν σε σπείρες. Μέσα στο πηχτό σκοτάδι ξεπροβάλλουν φτερούγες χρωματιστές, φωτεινές. Με αγγίζουν φευγαλέα σαν ψίθυροι προγεννησιακών αισθήσεων. Ο σιωπηλός τους ήχος ψηλαφίζει ένα παιδικό νανούρισμα μα όλο πέφτω.

Πέφτω μέσα στην μήτρα του σκοτεινού ωκεανού της δημιουργίας. Μια δυνατή κραυγή σπάει το σκοτάδι σε αμέτρητες μορφές. Μια δυνατή ώθηση. Η πρώτη συμπίεση. Και αμέσως άρχισαν τα ποδοβολητά.

Advertisements